Ήταν τα ξημερώματα της Πρωτομαγιάς του 1944. Τότε που 200 παλληκάρια, αγωνιστές και κομμουνιστές, στήθηκαν απέναντι από τα πολυβόλα των Ναζί κατακτητών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Ογδόντα δύο χρόνια πέρασαν από εκείνο το μαύρο αλλά και τόσο ηρωικό πρωινό, και η Ιστορία τούς χρωστάει να μνημονεύονται όχι σαν θύματα, αλλά σαν αληθινοί ήρωες.
Στο πιάτο των Ναζί από την εποχή του Μεταξά
Αυτοί οι 200 δεν έτυχε να βρεθούν απλά στον λάθος τόπο τη λάθος στιγμή. Ήταν δεσμώτες από τη δικτατορία του Μεταξά. Από το 1937 σαπίζανε στο φρούριο της Ακροναυπλίας, στην Κέρκυρα και στα ξερονήσια, κυνηγημένοι με το περιβόητο “Ιδιώνυμο” του Βενιζέλου. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος το ’40, ζήτησαν να πάνε να πολεμήσουν. Το καθεστώς αρνήθηκε. Απαίτησε να υπογράψουν πρώτα δηλώσεις μετανοίας. Δεν λύγισαν. Και τελικά, το ίδιο το ελληνικό κράτος τούς παρέδωσε “πακεταρισμένους” στους Γερμανούς.

Η αφορμή και η λίστα του θανάτου
Η αφορμή για τη μαζική σφαγή ήρθε λίγες μέρες πριν. Στις 27 Απριλίου, ο ΕΛΑΣ έστησε ενέδρα στους Μολάους και καθάρισε έναν Γερμανό στρατηγό, τον Φραντς Κρεχ, μαζί με τη συνοδεία του. Οι Ναζί αφρίζουν και τα αντίποινα είναι αμείλικτα: «Για τον στρατηγό, 200 Έλληνες θα εκτελεστούν». Ο διοικητής του στρατοπέδου στο Χαϊδάρι, ο Καρλ Φίσερ, φωνάζει γενικό προσκλητήριο και αρχίζει να διαβάζει τα ονόματα.
Ξέρετε τι έκαναν αυτοί οι άνθρωποι όταν άκουσαν το όνομά τους; Δεν έκλαψαν, δεν έπεσαν στα γόνατα να παρακαλέσουν. Το προηγούμενο βράδυ, όταν είχε μαθευτεί τι θα γίνει, μαζεύτηκαν στον θάλαμο 1 του Μπλοκ 3. Έβγαλαν δυο κιθάρες κι ένα βιολί και έστησαν αποχαιρετιστήριο γλέντι!
Ο δρόμος προς την Καισαριανή: Φόρεσαν τα καλά τους
Όταν ξημέρωσε, βγήκαν στα μαγειρεία για να φορτωθούν στα καμιόνια. Ήταν ντυμένοι με τα πιο καλά, τα πιο καθαρά ρούχα τους. Ήθελαν τα κορμιά τους να είναι έτοιμα, πεντακάθαρα, για όταν θα τα έπαιρναν οι δικοί τους άνθρωποι για ταφή. Στη διαδρομή προς την Καισαριανή άρχισαν να τραγουδούν τον Εθνικό Ύμνο, το τραγούδι της Ακροναυπλίας και τον “Χορό του Ζαλόγγου”. Οι Γερμανοί φρουροί τούς κοιτούσαν χαμένοι. Δεν είχαν ξαναδεί ανθρώπους να πηγαίνουν στον θάνατο έτσι.
«Δεν μπορώ να κάνω τίποτα, το μόνο που μου απομένει είναι να παρακαλώ τον Θεό», έλεγε την ίδια ώρα ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός στις γυναίκες που οδύρονταν απελπισμένες στη Μητρόπολη.

Ορισμένοι από του 200 μπροστά από τον τοίχο της εκτέλεσης
Ο Σουκατζίδης και η απόλυτη αυτοθυσία
Εκτελέστηκαν σε εικοσάδες. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν μορφές που κάνουν την τρίχα να σηκώνεται. Όπως ο Μικρασιάτης Ναπολέων Σουκατζίδης, που εκτελούσε χρέη διερμηνέα. Ο Γερμανός διοικητής, εκτιμώντας τον, του είπε να βγει από τη γραμμή. Του πρόσφερε τη ζωή του, αρκεί να έβαζαν κάποιον άλλον στη θέση του. Ο Σουκατζίδης αρνήθηκε. Δεν δέχτηκε να χυθεί άλλο αίμα για να σωθεί ο ίδιος. Το ίδιο έκανε και ο στρατοπεδάρχης Αντώνης Βαρθολομαίος. Μαζί τους έπεσαν βουλευτές, δημοτικοί σύμβουλοι, τροτσκιστές, αρχειομαρξιστές και απλοί αγωνιστές.
Ο βαρύς απολογισμός
Η Πρωτομαγιά του ’44 δεν μέτρησε μόνο τους 200 της Καισαριανής. Συνολικά οι κατακτητές και οι ντόπιοι συνεργάτες τους εκτέλεσαν πάνω από 325 άτομα εκείνες τις μέρες, σκορπίζοντας το αίμα από την Αθήνα μέχρι τον δρόμο για τη Σπάρτη. Οι 200 της Καισαριανής θάφτηκαν σε ατομικούς τάφους στο Τρίτο Νεκροταφείο Αθηνών.
Οφείλουμε να ξέρουμε, οφείλουμε να θυμόμαστε. Η ιστορία τους δεν είναι ένα απλό κεφάλαιο σε κάποιο σκονισμένο βιβλίο. Είναι η απόδειξη του τι σημαίνει να είσαι Έλληνας, να αγαπάς την ελευθερία και να κοιτάς τον θάνατο κατάματα με ένα χαμόγελο στα χείλη.





















