Η τελευταία επίσκεψη στον ψυχίατρο και το μοιραίο πρωινό
Ο Γιώργος τώρα ανησυχεί πολύ. Παρότι δεν είναι η πρώτη φορά που επισκέπτεται με την Ασπα κάποιον ψυχίατρο, οι εμμονές της αντί να υποχωρούν μοιάζουν να παίρνουν σάρκα και οστά και να φαντάζουν ιδιαίτερα απειλητικές. Ισως να μην παίρνει τα φάρμακά της. Ισως η αγωγή να μην είναι η κατάλληλη. Ισως η Ασπα να μπορεί να γίνει πολύ πιο επικίνδυνη απ’ ό,τι ο ίδιος μπορεί να φανταστεί. Το απόγευμα της περασμένης Παρασκευής το ζευγάρι επισκέπτεται τον ψυχίατρο της Ασπας. Η γυναίκα δεν είναι καθόλου καλά. Το ζευγάρι επιστρέφει στο σπίτι συντροφιά με δύο ξεχωριστούς φόβους. Η γυναίκα με εκείνον του θανάτου, ο άνδρας με εκείνον της απόγνωσης. Το παιδί βλέπει, καταλαβαίνει, ανησυχεί, και την ίδια ημέρα ανεβάζει στα social media ένα μήνυμα-προάγγελο του κακού που θα ακολουθούσε το επόμενο κιόλας πρωινό: «Και δεν ήθελα καν να το ζήσω γιατί είτε ήταν στιγμές ή σκατά είτε ήταν διαμάντια τα μοιραστήκαμε εξίσου και αυτό να θυμάσαι θα μείνει για πάντα…».
Ξημερώνει. Το ημερολόγιο γράφει Σάββατο 14 Οκτωβρίου. Σύμφωνα με ασφαλείς αστυνομικές πηγές, το ρολόι δείχνει 9.30 το πρωί όταν ο Γιώργος κατεβαίνει από την εσωτερική σκάλα του σπιτιού στην αποθήκη που βρίσκεται στο υπόγειο της τριώροφης μεζονέτας όπου διαμένει η οικογένεια προκειμένου να κάνει κάποια δουλειά. Η Ασπα τον ακολουθεί και χωρίς εκείνος να αντιληφθεί το παραμικρό καταφέρνει να τον κλειδώσει μέσα στην αποθήκη. Αμέσως μετά, κρατώντας στα χέρια της δύο μαχαίρια, ανεβαίνει στο δωμάτιο της κόρης της, ανοίγει την πόρτα και ξεκινά να της επιτίθεται. Το παιδί φωνάζει «όχι, μαμά, μη!» και αντιστέκεται προσπαθώντας να αποσπάσει τα μαχαίρια από τα χέρια της μάνας. Ενώ τα μαχαίρια σκίζουν τις παλάμες της, η Μαρίνα ουρλιάζει. Τα ίδια λεπτά ο πατέρας αρχίζει να φωνάζει, να παρακαλά τη γυναίκα του να σταματήσει. Με οτιδήποτε βρήκε μπροστά του, όπως ψαλίδια και διάφορα σίδερα, προσπαθεί να ανοίξει την κλειδωμένη από αλουμίνιο πόρτα του υπογείου, αλλά δεν μπορεί.
Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα στοιχεία, η 17χρονη, σε μια απέλπιδα προσπάθεια σωτηρίας, καταφέρνει να πηδήξει από το μπαλκόνι του υπνοδωματίου της. Τα δέντρα ανακόπτουν την πτώση της -γι’ αυτό και το άψυχο κορμί της δεν έφερε κατάγματα- και το κορίτσι «σκάει» στο δάπεδο του γκαράζ. Η μητέρα κατευθύνεται προς το μέρος της από το εσωτερικό του σπιτιού και αρπάζοντας ένα τρίτο μαχαίρι τη μαχαιρώνει στον λαιμό. Υστερα προσπαθεί να κόψει τον δικό της, αλλά δεν τα καταφέρνει και αντ’ αυτού κόβει τις φλέβες της. Οι Αρχές διατηρούν ακόμη κάποιες μικρές επιφυλάξεις όσον αφορά τη διαδρομή των δύο γυναικών, κάτι που θα απαντηθεί σε λίγες ημέρες από τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων. Επίσης, σύμφωνα με πληροφορίες που αναμένεται να επιβεβαιωθούν και αυτές σε σύντομο χρονικό διάστημα, όπως προκύπτει από την ιατροδικαστική έκθεση, αιτία θανάτου του άτυχου κοριτσιού δεν ήταν το χτύπημα στον λαιμό, αλλά μια μαχαιριά στην καρδιά.

Ο ψυχίατρος Δημήτρης Σούρας: «Πολλοί από τους ασθενείς αυτούς, μαζί με την κατάθλιψη αναπτύσσουν ένα εμμονικό άγχος
Περίπου μισή ώρα αργότερα ο πατέρας καταφέρνει να ανοίξει την πόρτα και, ακολουθώντας τα αίματα, κατευθύνεται σαν τρελός στο υπνοδωμάτιο της κόρης του, ενώ ταυτόχρονα καλεί την Αμεση Δράση. Τα ουρλιαχτά μιας γυναίκας από τη γειτονιά «εδώ, εδώ είναι!» τον φέρνουν αντιμέτωπο με το φρικιαστικό θέαμα και με το τέλος που σχεδίασε με τα πιο μελανά χρώματα η γυναίκα της ζωής του. Την ίδια στιγμή ένας άλλος γείτονας, γιατρός στο επάγγελμα, επιβεβαιώνει ότι οι δύο γυναίκες, μάνα και κόρη που τόσο λατρεύονταν στη ζωή, έχουν πλέον περάσει το κατώφλι του θανάτου…
«Η εισαγγελική εντολή είναι ένδειξη αγάπης»
Πίσω από τα κλειστά παράθυρα και τα σφραγισμένα μυστικά στέκει τώρα μια σοκαρισμένη γειτονιά και μια αμήχανη χώρα που δεν μπορεί να εξηγήσει την απερίγραπτη αυτή τραγωδία. Πώς μια μάνα, συνώνυμο μέχρι πρότινος της απόλυτης προστασίας, του υπερβολικού ενδιαφέροντος και της αδιαπραγμάτευτης αγάπης, μπορεί να προβεί σε μια τέτοια πράξη; Πώς γίνεται μια γυναίκα που λάτρευε το παιδί της να του στερήσει τη ζωή; Πώς είναι δυνατόν το πάθος να μεταμορφωθεί σε μανία; «Καταρχάς πρέπει να σημειώσω ότι όταν ο καταθλιπτικός άνθρωπος σκοτώσει, μετά θα αυτοκτονήσει. Δεν σκοτώνει όπως ο παρανοϊκός σχιζοφρενής. Δεν σκοτώνει και είτε παραδίδεται είτε κρύβεται. Δεν σκοτώνει και παραπλανεί. Γιατί το λέω αυτό;
Ο καταθλιπτικός έχει μέσα του ευχές θανάτου, δηλαδή μπαίνουν στο μυαλό του αυτοκτονικές σκέψεις, οι οποίες εύκολα μετατρέπονται σε αυτοχειρία», λέει ο ψυχίατρος Δημήτρης Σούρας και συνεχίζει: «Πολλοί από τους ασθενείς αυτούς, μαζί με την κατάθλιψη αναπτύσσουν και έναν ψυχωτικό πυρήνα που τους γεμίζει με ένα εμμονικό άγχος που έχει να κάνει με τη σωματική τους υγεία, με την υγεία των δικών τους ανθρώπων και γενικά με μια συνεχή και αρρωστημένη ενασχόληση με τον εαυτό τους. Οταν, λοιπόν, αποφασίζουν να προβούν σε απόπειρα αυτοχειρίας, πολλές φορές η ίδια η αρρώστια τούς ωθεί να σκοτώσουν ένα ή περισσότερα από τα αγαπημένα τους πρόσωπα, έχοντας στον νου τους καρφωμένη τη σκέψη ότι μπορεί να μείνουν μόνα, να δυστυχήσουν, να αρρωστήσουν και να είναι έρμαια της “κακοτυχίας” τους. Νιώθουν δηλαδή με αυτόν τον τρόπο ότι “λυτρώνουν” τα αγαπημένα τους πρόσωπα αφαιρώντας τους τη ζωή. Το πάθος και η αγάπη που τους έχουν μετατρέπονται σε μανία και καταστροφή».
Σύμφωνα με τον κ. Σούρα, οι ασθενείς αυτοί δεν είναι σχιζοφρενείς. Εχουν μια ασθένεια η οποία περιλαμβάνει πολύ κακή διάθεση, έντονο και εμμονικό άγχος, παραληρηματικές ιδέες και δυστυχώς κακή ως επί το πλείστον κατάληξη. Χρειάζεται άμεση φαρμακευτική αγωγή και νοσηλεία σε ειδικό ψυχιατρικό τομέα, ακόμη και με εισαγγελική εντολή.
Είναι δυνατόν η εν λόγω ψυχική ασθένεια να παρουσιαστεί ξαφνικά στη ζωή ενός ατόμου; Μπορεί μια γυναίκα, η οποία μέχρι τα 40 ή τα 50 της χρόνια δεν είχε παρουσιάσει κανένα από τα παραπάνω συμπτώματα, να χτυπηθεί έτσι ξαφνικά; Η απάντηση του γιατρού είναι κάτι παραπάνω από σοκαριστική: «Κάποτε λέγαμε πως όταν περάσεις τα 40 σου χρόνια δεν μπορεί τίποτα να κλονίσει την ψυχική σου υγεία. Τώρα λέμε ότι μπορεί να παρουσιαστεί οτιδήποτε και σε οποιαδήποτε ηλικία. Από κει και ύστερα μια τέτοια συμπεριφορά, όπως αυτή στην οποία προέβη η μητέρα, που συγκλόνισε το Πανελλήνιο, δεν είναι αποτέλεσμα της στιγμής. Είναι κάτι που γυρνάει αργά και σταθερά στο μυαλό του ασθενούς πολλές φορές και για πολύ καιρό.
Οχι, τη στιγμή του εγκλήματος δεν καταλάβαινε ότι δολοφονεί το παιδί της (με την έννοια του στυγερού δολοφόνου). Πίστευε ότι αυτό που έκανε ήταν ο σωστός τρόπος για να σώσει το παιδί της, να το απαλλάξει από το κακό που αυτή θεωρούσε ότι μπορεί να του συμβεί στο μέλλον, να το βοηθήσει να μη ζήσει μια περίπτωση παρόμοια με τη δική της. Δεν μπορείς με τη λογική να εξηγήσεις τον παραλογισμό. Γι’ αυτό, όταν δούμε έναν τέτοιο άνθρωπο στο στενό οικογενειακό μας περιβάλλον, πρέπει να τον οδηγήσουμε αμέσως στον γιατρό και αν δεν υπάρχει συνεργασία να τον οδηγήσουμε σε κάποιο ψυχιατρικό ίδρυμα με εισαγγελική εντολή. Ας πάψουμε, επιτέλους, να έχουμε ταμπού ως κοινωνία. Η εισαγγελική εντολή εν προκειμένω είναι μια ένδειξη αγάπης, προστασίας και υπεράσπισης του ανθρώπου μας. Και να θυμάστε: Ο ασθενής ο οποίος κάνει το κακό δεν είναι κακός άνθρωπος. Η αρρώστια του είναι αυτή που τον οδηγεί να κάνει το κακό».
Την ημέρα της κηδείας τους, η απόλυτη σιωπή καλύπτει τα χείλη όσων στέκουν παγωμένοι στα τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο φέρετρα μάνας και κόρης. Αυτής που, ως σύγχρονη «Φόνισσα» του μεγάλου Παπαδιαμάντη, σκότωσε το παιδί της για να το λυτρώσει από τα βάσανα και τις συμφορές που θα έπλητταν τη ζωή του και εκείνης που με τον θάνατό της εξαργύρωσε τη λατρεία ενός αρρωστημένου μυαλού
ΠηγήΔείτε την επόμενη ή προηγούμενη σελίδα πατώντας τα νούμερα
Σελίδες 1 2





















