Με έδρα το κέντρο της Αθήνας και με δίκτυο που επεκτεινόταν σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, υπήρχαν δύο ξεχωριστές εγκληματικές οργανώσεις, οι οποίες δραστηριοποιούνταν στην κακουργηματική λαθρεμπορία χρυσού, κυρίως σε μορφή σκραπ, μέσω της τέλεσης περισσότερων αξιόποινων πράξεων σχετικά με την αποφυγή καταβολής νόμιμων φόρων και άλλων νόμιμων επιβαρύνσεων κατά την αγορά, πώληση, παραλαβή, παράδοση, εμπορία, κατοχή, αποθήκευση και παράνομη εξαγωγή στην Τουρκία.
Οι ποσότητες του χρυσού, προερχόταν από την τήξη άγνωστης προελεύσεως κοσμημάτων, λιρών και άλλων τιμαλφών, τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή τους, μέσω αγορών ή ενεχυριάσεων, ενώ υπήρχαν ενδείξεις ότι μέρος αυτών, ήταν προϊόντα εγκλήματος.
Οι δύο ομάδες δραστηριοποιούνταν, για άγνωστο χρονικό διάστημα, αλλά τουλάχιστον τα τελευταία δύο έτη, με επιχειρηματική δομή, δηλαδή με σαφή κατανομή ρόλων των μελών τους, με αφθονία τεχνικών και οικονομικών μέσων, με σκοπό τη μεγιστοποίηση του οικονομικού οφέλους. Προέβαιναν μάλιστα στις παράνομες συναλλαγές τους, χωρίς να κινδυνεύουν από τυχαίους ελέγχους, αφού ήταν τυπικά «νόμιμοι», καθόσον λειτουργούσαν υπό την κάλυψη νομιμοφανών επιχειρήσεων, διακινώντας σε ημερήσια βάση, μεγάλα χρηματικά ποσά που ξεπερνούσαν τις 400.000 ευρώ, η καθεμία.

Βασικό χαρακτηριστικό των οργανώσεων ήταν ότι, μέσω των πολλών των οικονομικών μέσων που διέθεταν, κυρίως τα αρχηγικά μέλη, χρηματοδοτούσαν καθημερινά μέλη τους, με σκοπό την αγορά σχεδόν του συνόλου του χρυσού που οι πολίτες, ενεχυρίαζαν ή πωλούσαν σε συναφή καταστήματα, έναντι ελαχίστων χρημάτων καθώς και την αγορά χρυσού από κάθε πηγή αδιαφόρου προέλευσης.

Αντικείμενο δραστηριότητας των εγκληματικών οργανώσεων ήταν η λαθρεμπορία χρυσού και συγκεκριμένα η συνεχής και αδιάλειπτη παράνομη εξαγωγή του στην Τουρκία κυρίως μέσω τουριστικών λεωφορείων που πραγματοποιούσαν το δρομολόγιο Αθήνα–Κωνσταντινούπολη και το αντίστροφο. Χαρακτηριστική περίπτωση μεταφοράς χρυσού αποτελεί η σύλληψη μέλους της εγκληματικής οργάνωσης, εργαζόμενου σε τουριστικό λεωφορείο, στην κατοχή του οποίου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν το χρηματικό ποσό των 12.000 ευρώ καθώς και 17 ράβδοι χρυσού, βάρους 24,6 κιλών, εκτιμώμενης αξίας περίπου 600.000 ευρώ και ένα μεγάλο χρυσό νόμισμα.

Επιπλέον και οι δύο εγκληματικές οργανώσεις λειτουργούσαν, με προκάλυμμα νομιμοφανείς επιχειρήσεις, με παρεμφερές αντικείμενο με την παράνομη δραστηριότητά τους, εξασφαλίζοντας έτσι κάλυψη και αποφυγή των συνεπειών του νόμου.
Τα κέρδη που αποκόμιζαν από την εγκληματική τους δράση τα νομιμοποιούσαν με απόκτηση περιουσίας όπως με αγορά πολυτελών κατοικιών, οικοπέδων, οχημάτων και σκαφών, επέκταση επιχειρήσεων κλπ, μέσω συγκεκριμένων διαδικασιών που κάλυπταν τα τρία στάδια νομιμοποίησης που απαιτεί ο νόμος, δηλαδή Τοποθέτηση, Διαστρωμάτωση και Ενσωμάτωση.
Η πρώτη εγκληματική οργάνωση, διέθετε 130 χώρους καταστημάτων ενεχύρων – αγοράς χρυσού, με τον ημερήσιο κύκλο δράσης και των δύο οργανώσεων να ανέρχεται στις (400.000) ευρώ περίπου.
Οι προαναφερόμενες εγκληματικές οργανώσεις δρούσαν αυτοτελώς η μία από την άλλη, ως προς την συγκρότησή τους και τη διαχείριση των κεφαλαίων τους, πλην όμως η δράση κάθε οργάνωσης τύγχανε σε γνώση της άλλης. Μάλιστα τα αρχηγικά μέλη των οργανώσεων είχαν συμφωνήσει ως προς την τιμή αγοράς του χρυσού, με σκοπό την απαλοιφή του μεταξύ τους ανταγωνισμού και εν τέλει την αύξηση του κέρδους τους.

Η διασύνδεση σε επίπεδο αρχηγών αφορούσε «κλείσιμο συμφωνιών» που είχαν πάγιο χαρακτήρα και επέτρεπε στις εγκληματικές οργανώσεις να λειτουργούν ταυτόχρονα και παράλληλα, χωρίς η δράση της κάθε μίας, να επηρεάζει την άλλη, αντίθετα, ανάλογα το αντικείμενο δράσης υπήρχαν και συνεργασίες.

Οι κωδικοί που χρησιμοποιούσανΔείτε την επόμενη ή προηγούμενη σελίδα πατώντας τα νούμερα

![Κύκλωμα Ριχάρδου: Τζίρος 400.000 την ημέρα – Η «ζάχαρη» και τα «κορίτσια» [εικόνες & βίντεο]](https://www.f-news.gr/wp-content/uploads/2018/11/ricardo708_0-500x280.jpg)



















