Το λεωφορείο ξεκίνησε και πάλι και τις πρώτες πρωινές ώρες πέρασε τα σύνορα με την Ολλανδία. Οι δραπέτες εγκατέλειψαν το λεωφορείο και μεταφέρθηκαν σε ένα αυτοκίνητο, μια BMW που τους έδωσε η γερμανική αστυνομία. Όχι όμως χωρίς να πάρουν μαζί τους δύο επιβάτες, τη 18χρονη Silke Bischoff και τη φίλη της Ines Voitle. Λίγο μετά τις 07:00 μπήκαν και πάλι στη Δυτική Γερμανία.
Εκατομμύρια τηλεθεατές στη Γερμανία παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα. Μια από τις πιο έντονες στιγμές ήταν εκείνη που ο Rösner είπε στους συγκεντρωμένους δημοσιογράφους ότι ήταν έτοιμος να δώσει ένα τέλος σε όλα και έβαλε το όπλο στο στόμα του.

Υπήρχε όμως ένας άνθρωπος που τα είχε χάσει όλα. «Είχα κάνα δυο μέρες άδεια και δεν έβλεπα τηλεόραση ούτε άκουγα ραδιόφωνο», λέει ο δημοσιογράφος Udo Röbel στο BBC. Όταν όμως μπήκε σε μια καφετέρια είδε τις ειδήσεις στην τηλεόραση. «Οδήγησα κατευθείαν στη δουλειά. Ήξερα ότι δεν χρειαζόταν να ανησυχήσω για το πρωτοσέλιδο εκείνη τη μέρα». Αυτό που δεν ήξερε ήταν ότι θα γινόταν μέρος της είδησης.
Λίγο αφότου έφτασε στο γραφείο, τον ενημέρωσαν ότι η BMW είχε πλέον παρκάρει έξω από μια εμπορική περιοχή στο κέντρο της Κολωνίας. Έτρεξε κάτω και σύντομα βρέθηκε μπροστά από το αυτοκίνητο με τους πέντε ανθρώπους μέσα του: στη θέση του οδηγού ο Hans-Juergen Rösner με το όπλο στο χέρι, δίπλα του η Marion Löblich. Στο πίσω κάθισμα οι Ines Voitle και Silke Bischoff, με τον Dieter Degowski ανάμεσά τους. Και εκείνος κρατούσε όπλο.
Δεκάδες δημοσιογράφοι και περαστικοί είχαν περικυκλώσει το αυτοκίνητο. Περνούσαν τα μικρόφωνα και τις κάμερες μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα. Η Silke Bischoff, με ένα όπλο να πιέζει τον λαιμό της, απαντούσε στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων με ένα φοβισμένο χαμόγελο. Ο Degowski, με εμφανή τα σημάδια από την κατανάλωση μπίρας και αμφεταμινών που τον κρατούσαν ξύπνιο, κοκορευόταν ότι ήταν έτοιμος να σκοτώσει κάποιον. Ο Rösner συνέχιζε να επαναλαμβάνει ότι δεν πρόκειται να παραδοθούν.

Ένας φωτογράφος έφτασε και ήρεμα έστησε ένα σκαλάκι για να βγάλει μια καλή φωτογραφία. Ένας ρεπόρτερ της τηλεόρασης προετοιμαζόταν για τη συνέντευξή του και παρατηρούσε ότι ο Degowski είχε το όπλα στα πόδια του. «Μήπως να είχαμε το πιστόλι στο κεφάλι της;», ρωτά τον καμεραμάν. Κάθε έννοια ηθικής και υπευθυνότητας είχε εξαφανιστεί.
Ένα πρόσωπο έφτασε στο αμάξι και φάνηκε να αναπτύσσει μια είδους σχέση με τους απαγωγείς. Ήταν γύρω στα 30, φαινόταν νευρικός και προσπαθούσε να πείσει τους άλλους να απομακρυνθούν. Ήταν ο Udo Röbel. Ο Rösner και ο Degowski είχαν αρχίσει να κουράζονται ψυχολογικά. «Μπορούσα να δω πόσο επικίνδυνη είχε γίνει η κατάσταση». Την ώρα εκείνη ο Rösner βγήκε από το αμάξι και με το όπλο στα δύο χέρια στράφηκε προς το πλήθος.
«Τότε με ρώτησε ποιος ήταν ο πιο σύντομος δρόμος για τον αυτοκινητόδρομο. Μου είπε: “Πρέπει να φύγουμε από εδώ. Ο φίλος του είναι έτοιμος να τα χάσει τελείως”». Ο Röbel άρχισε να περιγράφει τη διαδρομή, αλλά ο Rösner ήταν ανυπόμονος. «Γιατί δεν μπαίνεις κι εσύ στο αμάξι να μας δείξεις τον δρόμο», του είπε
«Ήταν η στιγμή που έπρεπε να πάρω μια απόφαση. Είχα την αίσθηση ότι μου είχε δοθεί μια ευθύνη για την κατάσταση που γινόταν ολοένα και λιγότερο ελεγχόμενη. Αλλά είχα και το ένστικτο του ρεπόρτερ που λέει: “Τη θέλω αυτή την ιστορία. Είναι δική μου”». Έτσι μπήκε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου δίπλα στη Silke Bischoff, και εκείνο ξεκίνησε.

«Το σκεφτόμουν επί χρόνια. Έχω ρωτήσει τον εαυτό μου αν ήμουν ο ρεπόρτερ από την Κόλαση ή απλώς ένας άνθρωπος, που προσπαθούσε να αποκλιμακώσει την κατάσταση και να βοηθήσει τα δύο κορίτσια. Και είναι μια δύσκολη ερώτηση. Υποθέτω ήμουν και τα δύο. Ήμουν ταυτόχρονα εκείνος που προσπαθούσε να ηρεμήσει την κατάσταση και ο γεμάτος αδρεναλίνη ρεπόρτερ στην ιστορία της ζωής του».Δείτε την επόμενη ή προηγούμενη σελίδα πατώντας τα νούμερα





















