«Τώρα μπορώ να το πω ότι είχαμε κάνει ένα κατά κάποιον τρόπο σχέδιο μαζί, για το πώς θα ξεφύγει. Αλλά δεν πρόλαβα. Ναι, μαζί το σχεδιάζαμε, αλλά χωρίς κανένας να το ξέρει» είπε η αδελφή της, με τα λόγια να πνίγονται μέσα στον πόνο.
Η Σίλια δεν το κρυβόταν πια. Τον τελευταίο καιρό, το είχε πει ξεκάθαρα ακόμα και στον ίδιο τον δολοφόνο της: «Άσε με να φύγω με τα παιδιά, δεν θέλω τίποτα άλλο». Μια γυναίκα που ζητούσε απλώς να ελευθερωθεί. Και δεν της το επέτρεψαν.
Η κακοποίηση ήταν αδυσώπητη και επαναλαμβανόμενη. «Την είχε χτυπήσει πολλές φορές» είπε η αδελφή της χωρίς περιστροφές — γιατί η αλήθεια δεν έχει ανάγκη από στολίδια.
«Σαν να μας δίνουν κι άλλες μαχαιριές»
Μέσα στον πόνο και το πένθος, η αδελφή της Σίλιας αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει και κάτι ακόμα πιο σκληρό: τα όσα κυκλοφορούν στα media και στο διαδίκτυο για την αδελφή της.
«Έκανα το λάθος και μπαίνω από το πρωί σε όλα αυτά που ακούγονται και λέγονται για τη Βασιλικούλα μου… Και είναι σαν να μας δίνουν και στις δύο κι άλλες μαχαιριές, γιατί σημαίνει ότι κανένας δεν την ήξερε όπως την ήξερα εγώ. Δεν αντέχεται να ακούς και να βλέπεις όσα λένε. Αλλιώς τους είχα ζήσει όλα αυτά τα χρόνια από κοντά με το πρώτο παιδί, το μεγαλώσαμε σχεδόν μαζί όταν έμενα κι εγώ στην Καλαμάτα. Δεν αντέχονται όλα αυτά που ακούω και βλέπω» τόνισε.
Κανείς δεν γνώριζε τη Σίλια όπως η αδελφή της. Και αυτό, μέσα στον πόνο, είναι το πιο βαρύ που έχει να σηκώσει.
Τα δύο κοριτσάκια της Σίλιας βρίσκονται πλέον δίπλα στη θεία τους. Εκείνη τα φροντίζει, εκείνη τα κράτησε αγκαλιά για να τους πει την πιο δύσκολη αλήθεια: ότι η μαμά τους δεν θα γυρίσει.
«Δεν υπάρχουν δικοί μας άνθρωποι. Είμαι μόνο εγώ — μόνο εγώ και εκείνη είχαμε μείνει» είπε. Δύο αδελφές. Η μία έφυγε άδικα. Η άλλη έμεινε πίσω να μεγαλώσει τα παιδιά της.




















