
Οι ήχοι των εκρήξεων, η βύθιση του πλοίου και οι μεγάλες ποσότητες αίματος στη θάλασσα έστησαν το κατάλληλο σκηνικό για τους καρχαρίες.
Οι μαρτυρίες των επιζώντων ότι οι καρχαρίες επιτίθονταν όχι μόνο στους πεθαμένους, αλλά και στους ζωντανούς οδήγησαν τους ιστορικούς στο συμπέρασμα ότι ανήκαν στο είδος του ωκεάνιου λευκοπτέρυγου καρχαρία ή μακρυπτερυκαρχαρία. Αυτό το είδος καρχαρία δεν είναι το πιο μεγάλο, αλλά το πιο βίαιο, ένα χαρακτηριστικό που είχε κάνει τον ωκεανογράφο Ζαν Ζακ Κουστώ να τους χαρακτηρίσει ως τους πιο επικίνδυνους.
Καθώς οι καρχαρίες στόχευαν όσους ζούσαν, κυρίως όσους αιμορραγούσαν, οι υπόλοιποι ναύτες που επέπλεαν προσπαθούσαν να απομακρυνθούν από κάθε είδους ανοιχτή πληγή. Και όταν κάποιος πέθαινε τον έσπρωχναν μακριά θυσιάζοντας τη σορό για την δική τους σωτηρία.

Οι διασωθέντες μέρα με τη μέρα άρχισαν να χάνουν τις δυνάμεις τους και να παραλύουν από το φόβο. Αντιμέτωποι με την πείνα και τη δίψα άρχισαν να έχουν παραισθήσεις και εξαναγκάζονταν να πιούν ακόμα και θαλασσινό νερό. Αυτό θα έμελλε να είναι η θανατική καταδίκη τους καθώς πάθαιναν υπονατριαιμία (δηλητηρίαση από το θαλασσινό νερό). Κατά τη διάρκεια της μέρας ο ήλιος έκαιγε το δέρμα τους, ανοίγοντας φουσκάλες σε κάθε εκατοστό και σε συνδυασμό με το αλάτι οι πόνοι ήταν ανυπόφοροι.
«Ποτέ δεν θα ξεχάσω τις φωτιές, τα τρομαγμένα πρόσωπα και την κακοφωνία των ουρλιαχτών. Ακούω ακόμα τις εκρήξεις. Κάποιοι ναύτες ήταν μόλις 17 χρονών και όταν τους δόθηκε η διαταγή να εγκαταλείψουν το πλοίο αρνούνταν να πηδήξουν στη θάλασσα […] Θυμάμαι να βλέπω ένα τεράστιο πτερύγιο να έρχεται καταπάνω μου. Έπαιρνα αυτή που θεωρούσα την τελευταία μου ανάσα , λύγιζα τα πόδια στο στήθος μου και απλά περίμενα. Κάποιες φορές με ακουμπούσε, κάποιες τον ένιωθα να κολυμπάει από κάτω μου» θυμάται ο δεκανέας του ναυτικού Edgar Harrell στο βιβλίο που έγραψε το 2014 με τίτλο «Out Of The Depths».
Σοκαριστικές είναι και οι μαρτυρίες του γιατρού Dr. Lewis Haynes. «Κοίταζα τις κόρες των ματιών των ναυτών. Αν δεν ήταν διεσταλμένες και τα μάτια δεν βλεφάριζαν τους θεωρούσα πεθαμένους. Στη συνέχεια έπαιρνα τα σωσίβιά τους, καθώς χρειαζόμασταν όσα περισσότερα μπορούσαμε. Την τέταρτη μέρα άρχιζαν να διαλύονται βυθίζοντας ακόμα περισσότερους ναύτες».

Για να διατηρήσουν το ηθικό τους και να συνεχίζουν να ελπίζουν ότι θα σωθούν τραγουδούσαν έναν ναυτικό ύμνο. Μετά από τέσσερις μέρες στη θάλασσα, βλέποντας τους υπόλοιπους ναύτες να καταβροχθίζονται από τους καρχαρίες και εκείνοι να έχουν γλιτώσει, ο πιλότος ενός βομβαρδιστικού τους εντόπισε να επιπλέουν και ξεκίνησε η επιχείρηση διάσωσής τους.
Για το Αμερικανικό Ναυτικό η βύθιση του Indianapolis αποτελούσε ντροπή και οι λεπτομέρειες της τραγωδίας δεν είδαν το φως της δημοσιότητας παρά μόνο μετά από δύο εβδομάδες από την επιχείρηση διάσωσης. Ο καπετάνιος του Indianapolis Charles B. McVay έγινε ο αποδιοπομπαίος τράγος και κατηγορήθηκε ότι δεν έκανε τον κατάλληλο ελιγμό για να αποφύγει την τορπίλη, οδηγώντας στο θάνατο εκατοντάδες ναύτες. Εξαναγκάστηκε να περάσει τον υπόλοιπο εργασιακό του βίο σε ένα γραφείο, λαμβάνοντας πληθώρα μηνυμάτων μίσους από τους συγγενείς των νεκρών. Πέρασε περισσότερα από 20 χρόνια με ψυχικές διαταραχές και τελικά το 1968 αυτοκτόνησε στρέφοντας το όπλο του στον εαυτό του.
Το κουφάρι του πλοίου εντοπίστηκε στις 20 Αυγούστου του 2017 και σύμφωνα με το πολεμικό ναυτικό των ΗΠΑ, αυτή η ανακάλυψη ήταν εντυπωσιακή δεδομένου του «βάθους που εντοπίστηκε το ναυάγιο» (στα 5,5 χιλιόμετρα). «Το να μπορέσουμε να αποτίσουμε φόρο τιμής στους θαρραλέους άνδρες του USS Indianapolis χάρη στην ανακάλυψη ενός ναυαγίου που έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου είναι μια πραγματική τιμή», επισήμανε ο Πολ Άλεν, επικεφαλής της έρευνα.Δείτε την επόμενη ή προηγούμενη σελίδα πατώντας τα νούμερα





















