ΚΟΣΜΟΣ

«Ορατός ο κίνδυνος πρότασης μομφής κατά του Τράμπ»

Αναλυτές της Citigroup δίνουν άλλη διάσταση στην υπόθεση του γιου του προέδρου των ΗΠΑ – Για προδοσία μιλάνε στελέχη των Δημοκρατικών

Πιο ορατός από ποτέ φαίνεται πως είναι πλέον «ο κίνδυνος μίας πρότασης μομφής κατά του Αμερικανού Προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ»,  όπως εκτιμούν ανοιχτά πλέον αναλυτές της Citigroup, μετά την αποκάλυψη των e-mail του γιου του Τραμπ που ρίχνουν φως στη συνάντηση που είχε ο ίδιος και άλλοι κορυφαίοι αξιωματούχοι της προεκλογικής εκστρατείας με Ρώσο δικηγόρο, ο οποίος είχε στενούς δεσμούς με το Κρεμλίνο.

Όπως μεταδίδουν οι Financial Times, η Τίνα Φόρνταμ, που είναι η επικεφαλής πολιτική αναλύτρια της αμερικανικής τράπεζας, δήλωσε ότι, αν και είναι «πολύ νωρίς να πούμε… πιστεύουμε ότι ο κίνδυνος της διαδικασίας μομφής είναι τώρα υψηλότερος από πριν, έστω και αν δεν είναι ακόμη το βασικό μας σενάριο».

Τη ίδια ώρα φωτιά έβαλαν στην Ουάσινγκτον τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που δημοσιοποίησε ο μεγαλύτερος γιος του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, στα οποία παραδέχεται ότι συναντήθηκε εν γνώσει του με μια δικηγόρο που ισχυριζόταν ότι εκπροσωπούσε τη ρωσική κυβέρνηση και ήθελε να του δώσει πληροφορίες επιβαρυντικές για τη Χίλαρι Κλίντον.

Στο Καπιτώλιο, η λέξη «προδοσία» δεν αποτελεί πλέον ταμπού για κάποια στελέχη του Δημοκρατικού Κόμματος.

«Βρισκόμαστε πλέον πέρα από την (κατηγορία της) παρακώλυσης της δικαιοσύνης. Έχουμε περάσει στην ψευδορκία, στις ψευδείς δηλώσεις, ίσως ακόμη και στην προδοσία» δήλωσε στο τηλεοπτικό δίκτυο CNN ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Τιμ Κέιν, τον οποίο είχε επιλέξει η Κλίντον ως υποψήφιο αντιπρόεδρό της.

Όμως και Ρεπουμπλικανοί δεν μπορούσαν να αγνοήσουν τις αποκαλύψεις αυτές, τις πρώτες που αφορούν ρητά τις επαφές του στενού περιβάλλοντος του Τραμπ με στελέχη της ρωσικής κυβέρνησης εν μέσω της προεκλογικής εκστρατείας, το καλοκαίρι του 2016. «Είναι πολύ προβληματικό. Δεν μπορούμε να ανεχθούμε μια ξένη κυβέρνηση να επικοινωνεί με ένα προεκλογικό επιτελείο και να λέει «θέλουμε να σας βοηθήσουμε». Είναι απαράδεκτο», σχολίασε ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκρέιαμ.

Ο Ντόναλντ Τραμπ ο νεότερος, που διευθύνει μαζί με τον αδελφό του τις οικογενειακές επιχειρήσεις, ήταν σύμβουλος του πατέρα του κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του Ρεπουμπλικανού μεγιστάνα. Εκτιμάται ότι θα κληθεί σύντομα να δώσει εξηγήσεις ενώπιον της Επιτροπής του Κογκρέσου που εξετάζει το θέμα της αθέμιτης σύμπραξης με τη Ρωσία.

Η συνάντηση του «τζούνιορ» με τη Ρωσίδα δικηγόρο Νατάλια Βεσελνίτσκαγια έγινε στις 9 Ιουνίου 2016. Την εποχή εκείνη το ευρύ κοινό αγνοούσε ότι χάκερ είχαν διεισδύσει στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές του Δημοκρατικού Κόμματος. Τα δεδομένα που είχαν κλαπεί δόθηκαν στη δημοσιότητα λίγες εβδομάδες αργότερα από έναν χάκερ που φέρεται ότι συνδεόταν με τις ρωσικές υπηρεσίες πληροφοριών. Η αμερικανική κυβέρνηση περίμενε μέχρι τον Οκτώβριο για να κατηγορήσει ευθέως τη Ρωσία για τις κυβερνοεπιθέσεις.

Ο Ντόναλντ Τραμπ αρνείται κατηγορηματικά ότι υπήρξε οποιαδήποτε σύμπραξη του επιτελείου του με τη ρωσική κυβέρνηση. Το θέμα πάντως της ρωσικής ανάμιξης στις εκλογές ερευνάται από τον ειδικό εισαγγελέα Ρόμπερτ Μιούλερ και από πολλές επιτροπές του Κογκρέσου.

Για τον Αμερικανό πρόεδρο, η υπόθεση αυτή δεν είναι παρά μια σκευωρία των Δημοκρατικών για να δικαιολογήσουν την ήττα τους στις εκλογές. Όμως οι αποκαλύψεις για τις επαφές συνεργατών του με Ρώσους φαίνεται ότι υπονομεύουν την υπερασπιστική γραμμή του.

Η Βεσελνίτσκαγια, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο MSNBC είπε ότι οι τρεις συνεργάτες του Τραμπ με τους οποίους συναντήθηκε (σ.σ. ο υιός Τραμπ, ο γαμπρός του Τζάρεντ Κούσνερ και ο διευθυντής της προεκλογικής εκστρατείας του Πολ Μάναφορτ) «ήθελαν προφανώς τέτοιες πληροφορίες, τις ήθελαν πραγματικά». Η ίδια σκόπευε να τους μιλήσει για τον λεγόμενο «νόμο Μαγκνίτσκι» με τον οποίο οι ΗΠΑ επέβαλαν κυρώσεις στους Ρώσους για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ο πρώην διευθυντής της προεκλογικής εκστρατείας της Χίλαρι Κλίντον, ο Ρόμπι Μουκ, τόλμησε πάντως να θέσει το ερώτημα: «Τι γνώριζε ο πρόεδρος και πότε το έμαθε»;. Μια διάσημη ερώτηση, που είχε τεθεί το 1973 από έναν γερουσιαστή, όταν η έρευνα για το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ οδήγησε στην παραίτηση του προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον.

Πηγή

Στην ίδια κατηγορία

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Πρεσβεία Ισραήλ στην Αθήνα: «Οι πύραυλοι του Ιράν φτάνουν μέχρι την Ευρώπη»

Ηχηρό καμπανάκι κινδύνου χτυπάει η πρεσβεία του Ισραήλ…

Τραμπ: «Τους κάνουμε χαμό, αλλά το μεγάλο χτύπημα έρχεται σύντομα»

Σε μια γρήγορη τηλεφωνική παρέμβαση 9 λεπτών στο…

Ανοιχτή απειλή από το Ιράν: “Θα ρίξουμε πυραύλους στην Κύπρο”

Τα πράγματα φαίνεται να αγριεύουν στην Κύπρο, με…

Επιχείρηση «Επική Οργή»: Το οπλοστάσιο και οι στόχοι των ΗΠΑ στο Ιράν

Η αμερικανική Κεντρική Διοίκηση (η γνωστή μας CENTCOM,…

Βίντεο-ντοκουμέντο: Η στιγμή που βομβαρδίζουν το αρχηγείο του Χαμενεΐ στο Ιράν

Ένα βίντεο-ντοκουμέντο από τον χθεσινό βομβαρδισμό κατευθείαν στην…

Το βίντεο 33 δευτερολέπτων από την επίθεση των ΗΠΑ που σκότωσε τον Χαμενεΐ

Πραγματική κόλαση έχει ξεσπάσει τις τελευταίες ώρες στη…

Ο Τραμπ, τα UFO και ο «δαιμονικός» φόβος που κρατά κλειστούς τους φακέλους

Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσοεύει ξένο μέσο, η…

Υπάρχουν εξωγήινοι; Τι απαντά κορυφαίος επιστήμονας της NASA

Έχεις αναρωτηθεί ποτέ αν είμαστε μόνοι μας στο…

Το μοντέλο του OnlyFans που έμεινε έγκυος μετά από 400 άνδρες… τώρα ψάχνει τον πατέρα!

Κρατηθείτε, γιατί αυτή η είδηση είναι πραγματικά από…
contact