Οι φόνοι που έγιναν σχεδόν καθημερινό φαινόμενο

«Αγωνιζόμαστε για να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας. Μετά, μόλις μεγαλώσουν, πέφτουν νεκρά από πυρά. Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί. Δεν θέλουμε πια να βλέπουμε τα παιδιά μας στο νεκροτομείο» είχε δηλώσει μια ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των γυναικών, συμπυκνώνοντας τον σχεδόν καθημερινό τρόμο που βίωναν οι πολίτες του Manipur.
Άνδρες εξαφανίζονταν ή τους άρπαζαν οι δυνάμεις ασφαλείας ενώ πήγαιναν στην αγορά, ενώ περπατούσαν, ενώ περίμεναν στη στάση το λεωφορείο. Άλλοι δολοφονήθηκαν πηγαίνοντας να συναντήσουν τις συντρόφους τους, την ώρα που ψάρευαν ή την ώρα που έτρωγαν σε κάποιο εστιατόριο. Μια γυναίκα έπεσε νεκρή την ώρα που τάιζε το μωρό της. Κάποιες φορές οι δυνάμεις ασφαλείας εισέβαλλαν στα σπίτια, έσερναν έξω τους «υπόπτους» μπροστά στα μάτια των οικογενειών τους και τους σκότωναν.
Αυτό έγινε και με τον 29χρονο Ngangban Naoba Singh, φοιτητή θεολογίας, το καλοκαίρι του 2009. Είχε επιστρέψει στο σπίτι με την αδελφή του αργά το βράδυ. Έβλεπαν μια ταινία στην τηλεόραση, συντροφιά με τη μητέρα τους Kamalini. «Αυτές οι μεταμεσονύχτιες ταινίες δεν είναι για τους ηλικιωμένους, πήγαινε για ύπνο!» έκανε ο Naoba πλάκα στη μητέρα του. Αυτές ήταν οι τελευταίες του λέξεις. Γύρω στα μεσάνυχτα, η γυναίκα ξύπνησε από βίαια χτυπήματα στην πόρτα. Μετά άκουσε φωνές, κάποιοι προσπαθούσαν να μπουν στο σπίτι. Έτρεξε στο δωμάτιο του γιου της, τον ξύπνησε και προσπάθησε να τον βγάλει από την πίσω πόρτα. «Ήξερα πως συνέβαινε κάτι κακό. Ο Naoba ακόμα κοιμόταν, δεν νομίζω πως καταλάβαινε τι γινόταν» αφηγείται κλαίγοντας.
«Μόλις βγήκαμε από την πίσω πόρτα, κάποιος μας σταμάτησε». Η γυναίκα είδε τουλάχιστον δέκα φιγούρες μέσα στο σκοτάδι. Κάποιος φώναξε στον Naoba πού πάει, κι εκείνος του είπε πως η μητέρα του του είχε ζητήσει να βγει έξω.
Τα πράγματα βγήκαν γρήγορα εκτός ελέγχου μέσα στην πυκνή νύχτα.
Οι άνδρες άρπαξαν τον Naoba σπρώχνοντας τους γονείς του πίσω στο σπίτι. Τους πήραν τα τηλέφωνα και τους αμπάρωσαν τις πόρτες από έξω. Ειπώθηκαν κάποια λόγια, κάποιες εντολές. Μετά ακούστηκαν πυροβολισμοί. «Σταματήστε τον! Σταματήστε τον!» φώναξε κάποιος. Ένα όχημα έβαλε μπροστά.
Η Ngangban ήλπιζε πως ο γιος της είχε καταφέρει να διαφύγει. Ήταν πολύ σκοτεινά και η οικογένεια έμεινε κλειδωμένη μέσα στο σπίτι για όλη τη νύχτα. Μόλις χάραξε η αυγή, πληροφορήθηκαν πως ο γιος τους είχε δολοφονηθεί στην πίσω αυλή του σπιτιού και πως είχαν πάρει τη σορό του μέσα σε ένα όχημα. «Μέχρι και σήμερα δεν ξέρω γιατί τον δολοφόνησαν. Θέλω να μάθω την αλήθεια. Αν έκανε κάτι κακό και προσπάθησε να διαφύγει θα μπορούσαν να τον είχαν πυροβολήσει στο πόδι» λέει.

Η αστυνομία ανακοίνωσε πως απέκλεισε το σπίτι εκείνη τη νύχτα για να αναζητήσει τον Naoba, ο οποίος ήταν, λέει, μέλος παράνομης οργάνωσης ανταρτών και εκβιαστής. Τρία χρόνια μετά, δικαστική αναφορά κατέγραφε το γεγονός πως δεν υπήρχε καμία ένδειξη πως ήταν είτε το ένα είτε το άλλο…
Ο δικαστής αποφάνθηκε μάλιστα πως οι κομάντο της αστυνομίας «είχαν ανοίξει πυρ αδιακρίτως χωρίς να κάνουν καμία προσπάθεια να συλλάβουν τον Naoba, τηρώντας τον νόμο που ισχύει σε αυτή τη δημοκρατική χώρα». Η υπόθεση έχει φτάσει ήδη στο Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο αναμένεται να αποφασίσει εάν θα αποζημιωθεί η οικογένεια.
Ακόμα όμως και άνθρωποι που βρίσκονταν μέσα στο σπίτι τους δεν γλίτωσαν από την αστυνομική και στρατιωτική ασυδοσία. Η Oinam Amina Devi, για παράδειγμα, δολοφονήθηκε την ώρα που τάιζε την ενός μηνός κόρη της, στο σπίτι της, τον Απρίλιο του 1996. Οι στρατιώτες κυνηγούσαν, λέει, έναν ύποπτο στασιαστή που είχε κρυφτεί στο μικρό σπίτι της, κάτω από το κρεβάτι. Η Amina, που καθόταν έξω, πανικοβλήθηκε μόλις είδε τους στρατιώτες να εισβάλουν στο σπίτι της κι έτρεξε μέσα. Την ώρα που προσπαθούσε να κλείσει την πόρτα για να προστατευτεί, εκείνοι άνοιξαν πυρ. Μια σφαίρα διαπέρασε το σώμα της και χτύπησε και το μωρό της. Αιμορραγώντας το βρέφος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου οι χειρουργοί κατάφεραν να αφαιρέσουν τη σφαίρα από το μικροσκοπικό σώμα του. Ο θάνατος της μητέρας του ήταν ακαριαίος΄
Στην περιοχή ξέσπασαν διαδηλώσεις και η οικογένεια αρνήθηκε να δεχθεί τη σορό της Amina μετά τη νεκροψία. Η σορός μεταφέρθηκε και πάλι στο αστυνομικό τμήμα και αργότερα αποτεφρώθηκε. Δεχόμενη μεγάλη πίεση, η κυβέρνηση ανακοίνωσε πως η υπόθεση θα διερευνηθεί και η έρευνα έδειξε πως οι πυροβολισμοί ήταν «απρόκλητοι, αδιάκριτοι και αδικαιολόγητοι». Το Ανώτατο Δικαστήριο επιδίκασε στην οικογένεια αποζημίωση 50.000 ρουπίες.
Το βρέφος που διασώθηκε τότε είναι σήμερα η 20χρονη Oinam Sunita Devi και ζει με τον πατέρα της, ο οποίος έχει ξαναπαντρευτεί. «Δεν μπορώ να εξηγήσω τη θλίψη μου. Μου λείπει η μητέρα μου και μερικές φορές αναρωτιέμαι πώς επέζησα. Αυτή είναι η μοίρα μου» λέει.
Η ομολογία που ρίχνει φως στην αλήθεια
Η αστυνομία και οι δυνάμεις ασφαλείας επιμένουν, στις περισσότερες περιπτώσεις, πως τα θύματα ήταν κακοποιοί που σκοτώθηκαν στη διάρκεια επιχειρήσεων κατά της τρομοκρατίας ή κατά στασιαστών.
Η κυβέρνηση επέμεινε, πέρσι, ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου, πως «περίπου 5.000 μαχητές κρατούν ομήρους τους 2,3 εκατ. πολίτες του Manipur και συντηρούν το καθεστώς διαρκούς φόβου». Κατέθεσε μάλιστα πως μεταξύ 2000 και 2012 είχαν σκοτωθεί 365 αστυνομικοί και παραστρατιωτικοί από πυρά ανταρτών.
Τα πράγματα πήραν όμως άλλη τροπή όταν ένας κομάντο της αστυνομίας, ο Herojit Singh, παραδέχθηκε πέρσι του Ιανουάριο πως είχε σκοτώσει έναν άοπλο ύποπτο μέσα σε κτίριο του Imphal το 2009. Με ψυχραιμία και κυνισμό που σοκάρουν, παραδέχθηκε πως είχε σκοτώσει πάνω από εκατό ανθρώπους και πως κρατούσε «λογαριασμό» των φόνων του στα σημειωματάριά του.
«Δεν θυμάμαι λεπτομέρειες» απάντησε στο BBC όταν ρωτήθηκε πόσους ανθρώπους είχε σκοτώσει. Ήξερε όμως πως ήταν πάνω από εκατό. Δήλωσε πως δεν μετανιώνει για κανέναν φόνο και πως είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει κάθε τιμωρία. «Έκανα απλώς το καθήκον μου, ακολουθούσα εντολές των ανώτερών μου. Ομολόγησα επειδή πίστευα πως ήταν σημαντικό να πω την αλήθεια» πρόσθεσε. Τη μέρα περνά χρόνο με τα παιδιά του και τα βοηθά στα μαθήματά τους. Οι νύχτες όμως είναι δύσκολες. «Τις τρέμω» περιγράφει, «θα ήθελα να είχα τον δικό μου ήλιο, να τον βάζω στον ουρανό και να μην υπάρχει καθόλου σκοτάδι».
«Μπλοφάρει» σχολιάζει ο πρώην επικεφαλής της αστυνομίας του Manipur που είναι σήμερα αναπληρωτής υπουργός στη νέα κυβέρνηση του κρατιδίου. «Μπορεί να ενεπλάκη σε 10- 15 περιστατικά αλλά λέει πως σκότωσε τόσους ανθρώπους. Ας αφήσουμε τα δικαστήρια να τον ρωτήσουν σε πόσες υποθέσεις ήταν παρών» δηλώνει. «Μπορεί να υπήρξαν μερικές περιπτώσεις εξώδικων φόνων αλλά δεν πιστεύω πως είναι τέτοιο το μέγεθός του, όπως περιγράφεται. Εάν είχαν σκοτωθεί παράνομα 1.500 άνθρωποι, θα είχαν γίνει περισσότερες διαδηλώσεις» τόνισε μιλώντας στο BBC.
Ως επικεφαλής της αστυνομίας ο Yumnam Joykumar Singh είχε ενισχύσει την αστυνομία- από 20.000 είχε 34.000 άνδρες- και την ανέδειξε σε κύρια δύναμη κατά των εξεγερμένων. Έλεγε πως η ένοπλη δράση και οι εκβιασμοί είχαν οδηγήσει στο χείλος της κατάρρευσης τη δημόσια τάξη στο κρατίδιο και στους άνδρες του είχε πει: «Αν έχεις όπλο, μπορείς να ανταποδώσεις τους πυροβολισμούς».

Η μάχη των οικογενειών των θυμάτων δεν έχει τέλος και δεν είναι εύκολη. Πιθανά στοιχεία χάνονται με τα χρόνια, η ελπίδα άλλοτε μαραζώνει κι άλλοτε ξαναζωντανεύει. Ο χρόνος επουλώνει τις πληγές αλλά επιτρέπει και να θέσει κανείς νέους στόχους. Έτσι, οι οικογένειες των θυμάτων, ενισχυμένες από την παρέμβαση του Ανώτατου δικαστηρίου, ρίχνονται λυσσαλέα στην προσπάθεια να βρουν δικαιοσύνη, πολλές φορές χρόνια μετά την απώλεια των οικείων τους. Οι φόνοι σταμάτησαν αλλά ακόμα δεν έχουν υπάρξει ποινές για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν.
Πολλοί από τους πολίτες που παλεύουν λένε πως δεν το κάνουν επειδή ελπίζουν στην αργοκίνητη δικαιοσύνη της χώρας τους αλλά επειδή δεν θέλουν τα παιδιά και οι οικογένειές τους να ζήσουν με το στίγμα των ψεύτικων καταγγελιών για τους πατεράδες τους, τα αδέλφια τους, τους γιους, τις κόρες και τις συζύγους τους. Ξέρουν πως το «έγκλημα» μέλους μιας οικογένειας μπορεί να στιγματίσει όλους τους συγγενείς του.
«Συνεχίζω να παλεύω για τους γιους μου. Δεν θέλω ο κόσμος να λέει πως είναι τα παιδιά ενός στασιαστή. Έπρεπε να καθαρίσω το όνομα του άνδρα μου για να τους προστατεύσω» λέει η Neena Nongmaithem. «Και, ναι, τους πεθαμένους δεν πρέπει να τους ξεχνάμε εντελώς…».
ΠηγήΔείτε την επόμενη ή προηγούμενη σελίδα πατώντας τα νούμερα
Σελίδες 1 2





















