Κάθε φορά που φεύγει ένα ταλέντο έξω, ξεκινάει ο ίδιος θρήνος. «Γιατί δεν έμεινε», «γιατί δεν πουλήθηκε πιο ακριβά», «η ομάδα θα δυσκολευτεί χωρίς αυτόν». Και εγώ κάθε φορά αναρωτιέμαι το ίδιο πράγμα: μα καλά, τι θέλαμε να κάνει; Να μείνει εδώ να μας κάνει τη χάρη;
Ζήσαμε μια εποχή που το να παίξεις με δύο ξένους στην ομάδα σου ήταν σχεδόν θαύμα.
Κοιτάξτε γύρω σας: ο Τζόλης στην Άρσεναλ, ο Καρέτσας και ο Κωνσταντέλιας στην Ντόρτμουντ, ο Παυλίδης στη Μπενφίκα, ο Ιωαννίδης και ο Βαγιαννίδης στη Σπόρτινγκ, ο Τσιμίκας στη Λίβερπουλ, ο Κωστούλας και ο Τζίμας στην Μπράιτον, ο Κουλιεράκης στη Ρόμα. Δεν είναι τυχαίο. Είναι παιδιά που δούλεψαν, ίδρωσαν, χτίσανε το όνομά τους εδώ και τώρα παίρνουν αυτό που τους αναλογεί. Λες και έκαναν το «αγροτικό» τους πριν τους δώσουν τη δουλειά των ονείρων τους.
Βάλε τον εαυτό σου στη θέση τους
Ας το κάνουμε λίγο πιο προσωπικό. Ας πούμε πως είσαι φανατικός οπαδός, και θύμωσες που ο «δικός σου» παίκτης πουλήθηκε έξω. Τον έβλεπες σαν τον επόμενο θρύλο, ήθελες να μείνει μια ζωή, θεωρείς ότι έπρεπε να φύγει για πολύ παραπάνω χρήμα, ίσως και η στιγμή να ήταν άβολη για την ομάδα. Όλα κατανοητά.
Αλλά σκέψου το εξής: αν σε σένα, στα 23 σου, σου έκαναν πρόταση για δουλειά με πολλαπλάσιο μισθό, σε καλύτερο περιβάλλον, εκεί που θα σε σέβονταν πραγματικά και θα μπορούσες να εξελιχθείς… τι θα έκανες; Θα άκουγες τους φίλους που θα σου έλεγαν «μη φύγεις, θα μας λείψεις»; Ή θα έπαιρνες τα πράγματα στα χέρια σου; Δεν χρειάζεται καν να απαντήσουμε, έτσι;
Δεν είναι μόνο τα λεφτά
Και εδώ είναι το σημείο που πολλοί το χάνουν. Αυτά τα παιδιά δεν φεύγουν μόνο για την τσέπη τους. Φεύγουν για όλο το πακέτο: καλύτερες εγκαταστάσεις, κόσμο που βλέπει το ποδόσφαιρο ως διασκέδαση κι όχι ως αφορμή για καβγά, σεβασμό από συμπαίκτες, αντιπάλους, δημοσιογράφους. Φεύγουν γιατί ξέρουν πως αν τα πάνε καλά εκεί, ανοίγει ο δρόμος για κάτι ακόμα μεγαλύτερο.
Κι ας μην ξεγελιόμαστε. Όσο κι αν έχει προχωρήσει το ελληνικό ποδόσφαιρο, όσο κι αν βλέπουμε περισσότερο ταλέντο στην εθνική, οι παλιές πληγές είναι ακόμα εκεί. Η καφρίλα δεν έχει φύγει, οι υποδομές μας είναι πολλά χρόνια πίσω, και πολλοί παράγοντες βλέπουν ακόμα τις ομάδες σαν προσωπικό τους τσιφλίκι. Δεν είναι λοιπόν μόνο θέμα μισθού. Είναι θέμα περιβάλλοντος. Και αυτό δεν αλλάζει εύκολα.
Ακόμα κι αν κάποια μέρα φτιάξουμε τα πάντα —γήπεδα, προπονητικά κέντρα, ασφάλεια, ηρεμία στις κερκίδες— πάλι δεν θα είναι κακό αν ένα ταλαντούχο παιδί θέλει να πάει ψηλότερα. Αυτό δεν λέγεται προδοσία. Λέγεται φιλοδοξία. Το κάνει ο Ολλανδός, το κάνει ο Βέλγος, το κάνει ο Πορτογάλος. Γιατί να μην το κάνει και ο δικός μας;





















