«Κάποιες φορές πρέπει να κάνεις ένα βήμα πίσω, όχι πάντα να παρεμβαίνεις για να βοηθήσεις τα παιδιά. Πρέπει να αφήνεις τα παιδιά να ξεπερνούν προβλήματα και μόνα τους. Μαθαίνουμε πολλά όταν το κάνουμε αυτό» αναφέρει η Jane Williams-Siegfredsen, συγγραφέας βιβλίου για τα περίφημα δανέζικα νηπιαγωγεία της φύσης. «Είναι σημαντικό τα μικρά παιδιά να μάθουν πώς είναι να είσαι βρεγμένος, να κρυώνεις, και να το ξεπερνούν» περιγράφει σε ρεπορτάζ τηλεοπτικού δικτύου της Αυστραλίας. «Ήρθα στη Δανία πριν από είκοσι χρόνια, με εντυπωσίασε το πώς ζούσαν τα παιδιά εδώ και τι έκαναν στη φύση, κι αποφάσισα να μείνω εδώ να ζήσω και να δουλέψω». Παρατηρεί κι εκείνη τα παιδιά που παίζουν πάνω σε ένα πεσμένο δέντρο και είναι καπετάνιοι στο φανταστικό τους καράβι. Ένα από τα παιδιά κάθεται πάνω σε ένα λεπτό κλαδί που κάνει διχάλα, και ταυτόχρονα με τα δυο του χέρια πιάνει το χώμα που είναι κολλημένο στον μεγάλο κορμό. «Το κλαδί είναι πολύ ασταθές, χρειάζεται εξαιρετική ισορροπία για να κάθεσαι εκεί και να έχεις ελεύθερα και τα δύο χέρια σου. Σε μία συνηθισμένη παιδική χαρά, δεν θα είχαν την ευκαιρία να αναπτύξουν αυτές τις σωματικές δεξιότητες» σημειώνει. Εκεί που άλλος θα έβλεπε τον κίνδυνο της πτώσης, άλλος τη βρωμιά της λάσπης κι άλλος θα κατέφευγε στο περίφημο «μη», εκείνη αναγνώρισε την καλή ισορροπία, και τη σημασία της ανάπτυξής της.
Έτσι, ανοίγει με απόλυτη ψυχραιμία το κουτί που κουβαλά στο δάσος, και μοιράζει στα παιδιά… μαχαίρια, με τα οποία σκαλίζουν τα ξύλα τους. «Έχουν μάθει πώς να τα χρησιμοποιούν, ξέρουν πως είναι εργαλείο για να φτιάξουν κάτι με το ξύλο τους, όχι όπλο» λέει με απόλυτη ψυχραιμία.
Παρατηρώντας κανείς τον Johan, θα δει ότι πολλές φορές καταφέρνει να διδάξει πολλά στα παιδιά χωρίς πραγματικά να επιδιώξει να διδάξει το παραμικρό. Μία αυθόρμητη απορία ενός αγοριού για τα σκουλήκια προκαλεί ολόκληρη συζήτηση για το φυσικό περιβάλλον, τους θηρευτές και τα θηράματα. Κι αφού η περιέργειά του έχει ικανοποιηθεί, φεύγει για να παίξει με τις λάσπες.

Το πιο σημαντικό είναι πως ο Johan διαχειρίζεται τη συμπεριφορά των παιδιών χωρίς να τα επικρίνει, χωρίς καν να υψώνει τη φωνή του. Και το πετυχαίνει στο δάσος, περνώντας καλά.
«Όταν άρχισα να αντιμετωπίζω την εκπαίδευση ως παιδαγωγική, δεν ήξερα καν πως υπήρχαν τέτοια μέρη. Αλλά όταν το επιχείρησα, ήταν σαν να ήμουν κι εγώ παιδί, μπορούσα να χρησιμοποιήσω την παιδικότητά μου στη δουλειά μου. Νομίζω είναι πολύ σημαντικό να σου αρέσει αυτό που κάνεις. Τα παιδιά το βλέπουν όταν δεν σου αρέσει και δεν διασκεδάζουν ούτε αυτά. Οπότε, όταν εγώ περνάω καλά, περνούν κι εκείνα καλά και απολαμβάνουμε τα πράγματα μαζί» σχολιάζει.

Όσο για τους γονείς, προφανώς δεν τους είναι εύκολο να ξέρουν πως τα παιδιά τους σκαρφαλώνουν στα δέντρα, πιάνουν σκουλήκια ή παίζουν σε κοντινή απόσταση από ένα φιόρδ χωρίς να μεσολαβεί κάποιος χάρτης ή πετάνε πέτρες στο νερό. «Η αδελφή μου μου λέει πως μπορεί τα παιδιά να τρέξουν στο νερό. Αλλά δεν το κάνουν» σχολιάζει μία μητέρα «ξέρουν μέχρι πού επιτρέπεται να πάνε, πολλά πράγματα βασίζονται στην εμπιστοσύνη». «Είμαι χαρούμενη που δεν είμαι εδώ στη διάρκεια της ημέρας, γιατί ανησυχώ κάπως όταν βλέπω το παιδί μου σκαρφαλωμένο στην κορυφή του δέντρου. Χαίρομαι που δεν είμαι εδώ να το δω» εξομολογείται με αφοπλιστική ειλικρίνεια.
ΠηγήΔείτε την επόμενη ή προηγούμενη σελίδα πατώντας τα νούμερα





















